Εκείνη,

Υπάρχει ένα άτομο στη ζωή μου, που δεν ξέρω άμα γράφω αρκετά καλά για να το περιγράψω . Είναι το άτομο που θυμάμαι από τότε που μου επέτρεπε το μυαλό μου να δημιουργώ μνήμες. Πολλές μνήμες, και ακόμα περισσότερα συναισθήματα. Έντονα συναισθήματα. Χαρά από αυτή που σου βγαίνει από τα μάτια, νεύρα από αυτά που σου θολώνουν το μυαλό,  αγάπη από αυτήν που φοβάσαι να γράψεις γιατί δεν θα καταλάβει κανείς. Είναι η μαμά μου, η κολλητή μου, το μπάζο, η έξυπνη, η άσχημη, η όμορφη, η ΔΙΚΙΑ μου μεγάλη αδερφή.

Έχουμε ζήσει τόσα πολλά μαζί και όμως νιώθω πως δεν καλύπτει το κομμάτι της ζωής μου που θέλω. Δεν είναι εδώ, δεν κοιμάται στο δίπλα κρεβάτι, δε μαγειρεύουμε  μαζί, δεν πάμε για ψώνια, ούτε καν μαλώνουμε όπως μας πρέπει πια. Ζούμε μακριά την πιο λάθος στιγμή. Είναι της μοίρας μας να ζούμε μακριά, πάντα έτσι ήταν. Όταν πήγαινα Δημοτικό, πήγε να σπουδάσει. Τόσο μεγάλη στεναχώρια είχα κάθε φορά που έφευγε, που έτρεχα στο δωμάτιο, έπαιρνα ένα χαρτί και το γέμιζα με ατάλαντες ζωγραφιές και ανορθόγραφες προτάσεις και περίμενα να δω τη μαμά να ετοιμάζει δέμα για να τρυπώσω στα κρυφά το γράμμα μου.

Περίεργος άνθρωπος, που λες. Πεισματάρα, τελειομανής, επιβλητική, πάει να μπερδέψει όσους δεν την ξέρουν, όχι όμως εμένα. Είναι ευαίσθητη, δεν ανοίγεται, δεν αγαπάει πολλούς ανθρώπους, εκείνοι που έχουν τη τύχη να τους αγαπήσει όμως καταλαβαίνουν πως ο δικός της τρόπος να αγαπάει είναι αλλιώτικος από τους άλλους. Ειδικά άμα σε αγαπήσει πολύ κινδυνεύεις να εθιστείς μαζί της, να μην μπορείς να αντέξεις χωρίς αυτήν ακόμα και αν πάει να σε πνίξει καμία φορά. Κάποτε, πριν ξεκινήσω τη ζωή μου στα ξένα μου είχε γράψει,  πως αν νιώσω την αγάπη της να με πνίγει είναι που με αγαπάει πιο πάνω από την αγάπη, πιο πάνω από τους ανθρώπους. Περίεργος ποσοτικός προσδιορισμός, ασαφής για τους υπόλοιπους, ακριβέστατος για εμένα.

Δε συγκρατώ εύκολα μνήμες, είναι όμως κάποιες στιγμές που μπορώ να τις ξαναζήσω με το μυαλό μου αναλλοίωτες, ξανά και ξανά.Θα αναφέρω δύο, τις πιο έντονα χαραγμένες. Είναι άδικο γιατί είναι τόσες πολλές, και τόσο δύσκολο να τις περιγράψω όπως τους αξίζει…

Θυμάμαι πριν αρκετά χρόνια είχα ζητήσει από τον Άγιο Βασίλη ένα επιτραπέζιο για τα Χριστούγεννα. Είχαμε καθίσει στο σαλόνι ένα βράδυ και παίζαμε όλοι μαζί. Εγώ περιττό να αναφέρω πως όταν μου δίναν σημασία τα μεγαλύτερα αδέρφια μου, γελούσαν μέχρι και τα αυτιά μου. Θέλοντας να δείξω τον ενθουσιασμό μου την χτύπησα στην πλάτη, θύμωσε, με μάλωσε και δεν μου μιλούσε για δυο μέρες. Δύο μέρες που δεν θα ξεχάσω. Πήγαινα κρυφά μέσα στο δωμάτιο ενώ διάβαζε και καθόμουν στο πάτωμα περιμένοντας να με συγχωρήσει. Ανέφερα παραπάνω για το πείσμα της ε? Ε, μισό μέτρο άνθρωπο, με μάτια έτοιμα να σκάσουν από το κακό τους, και φωνή τρεμάμενη να ζητάει συγγνώμη, δεν τον συγχωρούσε. Ξέρεις γιατί? Γιατί κάπου κάπου έπρεπε να έχει και ρόλο «μαμάς» εκτός από αδερφής, ως η μεγαλύτερη.

Την άλλη σκηνή που ξαναζώ κάθε φορά που θέλω να την πιάσω από το χέρι και να τρέξουμε μακριά από όλους, τη χρονολογώ κάπου στο 2005. Καλοκαίρι, στον Πλαταμώνα. Ο ουρανός ήταν έτοιμος για μπόρα αλλά εκείνη ήθελε να πάμε οι δυο μας για μπάνιο  σε μία παραλία κοντά στο σπίτι. Εγώ ετοιμάστηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να προλάβω μην αλλάξει γνώμη. Πήραμε δύο πετσέτες, και κατηφορίσαμε, αφήνοντας πίσω τη μαμά να μας φωνάζει να βγούμε από τη θάλασσα  όταν πιάσει η βροχή, γιατί φοβάται τις αστραπές. Αφήσαμε τις πετσέτες και βουτήξαμε, μετά από πέντε λεπτά ξεκίνησε να βρέχει και η θάλασσα να μαυρίζει. Κάποιες δεν άκουσαν τη μαμά τους και συνέχισαν να κολυμπάνε νιώθοντας τη βροχή στο πρόσωπο τους και τη ζεστή θάλασσα στο κορμί τους. Όταν αποφασίσαμε να βγούμε η βροχή δυνάμωσε. Με έπιασε από το χέρι, τρέχαμε στη μέση της αγοράς, στις γραμμές του τρένου, στην ανηφόρα και γελούσαμε. Δεν μας ένοιαζε να κρυφτούμε κάτω από καμία τέντα, ούτως ή αλλιώς ήμασταν ήδη βρεγμένες  και τα δάχτυλά μας ήταν τέλεια μπλεγμένα, για να φοβηθούμε τη βροχή.

Σε δυο βδομάδες αυτός ο άνθρωπος θα μου χαρίσει έναν άλλον άνθρωπο. Έναν άνθρωπό που έχω τόσα μα τόσα πολλά να γράψω για εκείνον, πριν  καν γεννηθεί. Δεν θα τον μπλέξω όμως με τη μαμά του, του αξίζει κάτι διαφορετικό κατάδικό του, που θα έρθει σύντομα. Χωρίς αναμνήσεις αυτήν τη φορά, μόνο με γεγονότα και όνειρα…

Φοβάμαι πως όλα αυτά που έγραψα δεν μπορούν να την περιγράψουν στο ελάχιστο. Φοβάμαι πως δεν είναι αρκετά καλή η γραφή μου, οι μνήμες που χρησιμοποίησα, τα επίθετα που διάλεξα για να τη χαρακτηρίσω. Φοβάμαι πως η αγάπη μου για εκείνη είναι «πιο πολλή από όση εννοούν οι λέξεις και  λένε τα τραγούδια!»

 

 

Advertisements

Εσύ και οι διαδικτυακοί σου «φίλοι»

Πώς περνάς τις μέρες σου τα τελευταία χρόνια? Όλες πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο. Περίπου τη μισή σου μέρα πάνω από τον υπολογιστή ή την τηλεόραση και την υπόλοιπη με το κινητό σου στο χέρι ή στο τραπέζι δίπλα σου, μην «συμβεί» κάτι και το χάσεις. Νομίζεις πως έτσι έχεις ιδέα τι όντως συμβαίνει γύρω σου?

Κάνε μία ανασκόπηση της ζωής σου τις τελευταίες δύο εβδομάδες , ας πούμε. Και πες μου τι θυμάσαι, ποία μεγάλη στιγμή έζησες που σου έμεινε χαραγμένη στη μνήμη σου? Δε θυμάσαι και κάτι το συγκεκριμένο. Αν σου ζητούσα να ψάξεις στο instagram σου ή στο snapchat σου ίσως βοηθιόταν κάπως η μνήμη σου.

Σίγουρα θα βοηθιόταν. Ξέρεις γιατί? Γιατί δε σε νοιάζει να ζεις για σένα, να κάνεις πράγματα που να θυμάσαι και να αναπολείς, να κάνεις πράγματα για να νιώσεις  γεμάτος. Πια δε ζεις για σένα, δε θυμάσαι τίποτα που δεν είναι αποθηκευμένο στο κινητό  σου ή στον σκληρό του υπολογιστή σου. Και το χειρότερο, δεν μπορείς να γεμίσεις ούτε ως τη μέση.

Είναι κάπως αρρωστημένο να βγαίνεις έξω για να το δείχνεις στους διαδικτυακούς σου «φίλους». Να πίνεις ποτό και μόλις έρθει να το φωτογραφίζεις, για να το δείξεις στους διαδικτυακούς σου «φίλους». Να πας μία εκδρομή, μία βόλτα, ένα ταξίδι και να μην κοιτάς την ομορφιά γύρω σου, με τα ίδια σου τα μάτια. Να κοιτάς μόνο μέσα από την οθόνη του κινητού σου προσπαθώντας να πετύχεις τη λήψη μιας καλής φωτογραφίας. Και πάλι για να εντυπωσιάσεις τους διαδικτυακούς σου «φίλους» .

Πόσο φίλοι σου είναι αυτοί? Πόσο τους νοιάζει αν πέρασες καλά τη μέρα σου και που πήγες? Γιατί να μην περάσουν το δικό σου  “post” χωρίς καν να το παρατηρήσουν? Γιατί 450 like σε μία φωτογραφία σε κάνουν να νιώθεις καλύτερα με τον εαυτό σου, απ’ότι η άποψη της αδερφής σου, της κολλητής σου, της σχέσης σου? Γιατί δε θες να προφυλάξεις τη ζωή σου από εκείνους που είτε δεν τους νοιάζει τι κάνεις ή ψάχνουν τρόπο να σε σχολιάσουν?

Δε θέλω να σου επιτεθώ, ούτε να σε προσβάλω. Θέλω να σου θυμίσω πως εκεί έξω σε περιμένει μία ζωή να τη ζήσεις σε όλη της την έκταση. Χωρίς τις παρεμβολές των μέσων και τα γραπτά σχόλια των «φίλων» σου. Άσε το κινητό σου ένα βράδυ και βγες έξω με την παρέα σου, πήγαινε μία βόλτα στο πάρκο, φάε και πιες ωραία πράγματα και άσε το μάτι σου να τα χορτάσει πρώτα, όχι την κάμερα του κινητού σου.

Τότε θα το δεις θα είναι αλλιώς. Ξέρεις γιατί? Γιατί θα ζεις για σένα, θα απολαμβάνεις τον κόσμο με τα μάτια και τα αυτιά σου και όχι με τις επεξεργασμένες φωτογραφίες και βίντεο. Θα φτιάξεις μνήμες που μοναδικό μέσο αποθήκευσης θα είναι το κεφάλι σου , και ας μην τα συγκρατήσει όλα. Θα γεμίσεις όμορφες εικόνες, μυρωδιές, συναισθήματα που ακόμα δεν έχει βρεθεί κανένα μέσο ικανό να αποτυπώσει. Όλα αυτά υπήρχαν γύρω σου, αλλά δεν τα έβλεπες με τα μάτια σου.

Εκείνο το βράδυ, ίσως αποκτήσεις τις αισθήσεις που είχες ξεχάσει ότι έχεις, γιατί προείχε η ενημέρωση των «φίλων» σου.

Έκτακτο Δελτίο Ειδήσεων

Χθες παρακολουθούσα κάτι αηδίες στην τηλεόραση, όταν ξαφνικά είδα «Έκτακτο Δελτίο Ειδήσεων». Η έκτακτη είδηση ήταν ένα δυστύχημα στο Ωραιόκαστρο. Μία μητέρα και ένα παιδί παρασύρθηκαν από αμάξι και σκοτώθηκαν, το άλλο παιδί τραυματίστηκε. Η είδηση διήρκησε δύο με τρία λεπτά. Στη συνέχεια σχολιάστηκαν ο τραυματισμός δύο αστυνομικών, η πυρπόληση του αυτοκινήτου και η ένταση στον τόπο του δυστυχήματος. Τα σχόλια διήρκησαν τουλάχιστον δέκα λεπτά.

Μετά από το δελτίο ειδήσεων η υπόθεση έκλεισε με την φράση «Το τροχαίο δυστύχημα έγινε κάτω από συνθήκες που δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί.» Από τότε δεν έχω ξανακούσει καμία εξέλιξη και καμία περαιτέρω διευκρίνιση για τις συνθήκες του δυστυχήματος. Έχω ακούσει όμως για τις άδειες των καναλιών, για την ψηφοφορία των βουλευτών, για το Συμβούλιο της Επικρατείας, για τους εξαγριωμένους γονείς που φοβούνται για την υγεία των παιδιών τους και για το φόρεμα της Μισέλ Ομπάμα. Άλλωστε αυτά τα γεγονότα με ενδιαφέρουν, άμεσα.

Α! Ξέχασα να αναφέρω πως τα θύματα ήταν Σύριοι μετανάστες και ο δράστης Έλληνας, ηλικιωμένος.

Δε μου αρέσει να μιλάω με «ξύλινο» λόγο και με ορολογία που δε γνωρίζω, γιαυτό θα μιλήσω σαν ένας νέος που δεν του αρέσει η αδικία, αγαπάει τους ανθρώπους και πως να στο πω… θυμώνει πολύ όταν βλέπει πως χάνεται κάθε ίχνος ανθρωπιάς μέρα με τη μέρα, όταν οι άνθρωποι δε νιώθουν, δεν αγαπάν, δε συμπονούν, δε θυμούνται… Πασχίζει να καταλάβει πως ένας λαός που έχει περάσει τόσα πολλά, πολέμους, φτώχεια, εξαθλίωση, ξεχνάει. Αηδιάζει όταν βλέπει ανθρώπους  να χτυπάν, να σκοτώνουν, να βρίζουν στο βωμό της αγάπης για την πατρίδα και το έθνος.

Τί πάει να πει αγάπη τελικά? Δεν είναι περίεργο να αγαπάς περισσότερο το χώμα και τα σύνορα από τους ανθρώπους? Νομίζεις ότι αυτοί που φεύγουν διωγμένοι δεν έχουν πατρίδα, δεν την αγαπάνε? Τα παιδιά γιατί μπορούν να αγαπήσουν το ίδιο ένα παιδί από την Συρία, από την Αλβανία, από την Ελλάδα, και εσύ όχι? Και όχι μόνο δεν μπορείς, φροντίζεις να μαλώσεις και το παιδί σου που το τσάκωσες να κάνει «κακές παρέες» . Και αν το παιδί σου σε ρωτήσει <<γιατί είναι «κακό παιδί «, αφού είναι ο καλύτερος μαθητής στην τάξη, παρόλο που μόλις γυρνάει σπίτι έχει να φροντίσει και τα αδέρφια του, επειδή οι γονείς του δουλεύουν όλη την ημέρα. Άσε που χθες μου δάνεισε και 1 ευρώ επειδή είχα ξεχάσει τα λεφτά μου σπίτι και προχθές με βοήθησε στο διαγώνισμα των μαθηματικών.Πες μου μαμά, γιατί είναι «κακό παιδί»>> Τότε, σε λυπάμαι, γιατί το παιδί σου μόλις σου παρέδωσε ένα μάθημα ηθικής και αξιών της ζωής που πιθανότατα να είχες χάσει εδώ και κάμποσα χρόνια.

Θα κλείσω με ένα απόσπασμα του κειμένου του Μάνου Χατζιδάκι. Το έγραψε το Φλεβάρη του 1993 και μοιάζει σαν να το έγραψε χθες, σήμερα και δυστυχώς και αύριο.

«Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.

Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.»

 

 

Προς εσένα που φοβάσαι τα όνειρα σου,

Πότε υποτίθεται πως θα είσαι αρκετά ώριμος να επιλέξεις τι θα κάνεις στην υπόλοιπη ζωή σου? Στα 18? Μετά από την «πίεση» των Πανελληνίων, που ίσως τότε θεωρούσες πως είναι ό,τι πιο βάναυσο έχει συμβεί στη ζωή σου και όσο περνάν τα χρόνια το απομυθοποιείς. Ή μήπως πιο πριν? Καλούσουν από πάντα να έχεις ένα όνειρο? Ένα όνειρο να βασίζεται που? Στα θέλω σου, που υποτίθεται γνωρίζεις βαθιά στα 18 σου, στα πρέπει της κοινωνίας, στη διαθεσιμότητα του δημοσίου, στις προσδοκίες των δικών σου, στις βλέψεις των καθηγητών σου, στις πόλεις των φίλων σου, στην περιφάνια τη δικιά σου? Τί σόι όνειρο είναι αυτό?

Αν κοιτάξεις γύρω σου και  ρωτήσεις έναν έναν αν η σχολή που δήλωσαν είναι το επάγγελμα των ονείρων τους, ξέρεις τι θα σου απαντήσουν, τουλάχιστον οι περισσότεροι? Δεν την «έπιασα» και δήλωσα την αμέσως επόμενη. Αμέσως επόμενη? Τί έννοείς?  Πρόλαβες να βρεις και τη δεύτερη κατάλληλη δουλειά για σένα μέσα σε ένα μήνα ? Ή μήπως τη δεύτερη δουλειά που πιστεύουν οι δικοί σου πως » τουλάχιστον δε θα πεινάσεις» ?

Δε σε κρίνω, και εγώ τα ίδια έκανα, και σε χειρότερο βαθμό. Όσο περνάει ο καιρός ξέρεις τί κατάλαβα? Δεν έφταιγα εγώ, ούτε εσύ, έφταιγε ο κόσμος γύρω σου, που είναι άδικος και από εκεί που σε έβλεπε ως «μια σταλιά άνθρωπο,που  θέλει και να ψηφίζει» σε βλέπει ως » ώριμο νέο με απόλυτη ευθύνη των επιλογών του»

Δεν έχω σκοπό να αναλύσω τα αίτια και τις συνέπειες αυτής σου της επιλογής, θέλω μόνο να καταλάβεις πως δεν τελείωσε ο κόσμος μετά από αυτήν. Η ζωή σου συνεχίζεται και σε φωνάζει να την αρπάξεις και να την κάνεις δική σου. Πρόσεχε όμως , ΔΙΚΗ ΣΟΥ, κανενός συστήματος και κοινωνίας έρμαιο και κανενός άλλου φιλοδοξίες.

Δεν είναι δύσκολο να βρεις το όνειρό σου, το δύσκολο είναι να παραδεχθείς στον εαυτό σου πως αυτό που ζεις τώρα δεν έχει καμία σχέση με αυτό που έλεγες στη μαμά σου, πως θα γίνεις όταν μεγαλώσεις, και τα μάτια σου έλαμπαν από αθωότητα και ευτυχία. Μόλις το καταφέρεις, προσπάθησε να φέρεις στο μυαλό σου εκείνο το παιδί, που σκεφτόταν χωρίς τα «πρέπει» κανενός, μόνο ονειρευόταν. Αυτό το παιδί θα σε βοηθήσει να δεις τον κόσμο αλλιώς, να καταλάβεις ότι αυτό που ήθελες να κάνεις στη ζωή σου, τελικά, το ήξερες πάντα. Το θέμα είναι πως στη διαδρομή μπλέχτηκαν πολλοί και σου ξεθώριασαν την εικόνα του ονείρου σου. Έπειτα στην έσβησαν και ζωγράφισαν δικιά τους . Και εσύ, μικρό και αφελές μου, νόμιζες πως τα όνειρα αυτά σου ανήκουν.

Δεν σε κατηγορώ για τότε. Σε κατηγορώ για τώρα που φοβάσαι να ξαναζωγραφίσεις τα όνειρα σου με τα δικά σου χρώματα. Όλα μπορείς να τα καταφέρεις, αρκεί να θέλεις να ξαναπιάσεις τα χρώματα που κλείνεις μέσα στο συρτάρι χρόνια τώρα, γιατί «δεν έχεις χρόνο» να ασχοληθείς με αυτά. Ή γιατί φοβάσαι…

 

Σαν το σπίτι, πουθενά

Ακόμα ένα Πάσχα μακριά από τους αγαπημένους σου. Ακόμα μία φορά που κάθεσαι πάνω από ένα βιβλίο προσπαθώντας να δικαιολογήσεις την απουσία σου, αλλά ξέρεις ότι καμία σχολή, καμία δουλειά, καμία υποχρέωση δεν τη δικαιολογεί.

Ας μιλήσουμε ανοιχτά… Δεν είναι το «Πάσχα» , δεν πεθύμησες τον επιτάφιο, την Ανάσταση, το αρνί -καλά ίσως λίγο- .  Πεθύμησες όλην την οικογένεια μαζεμένη σε ένα σπίτι, το γέλιο της μάνας σου που έχει όλα της τα παιδιά, ταυτόχρονα, κοντά της, το ύπουλο καμάρι του πατέρα σου να ξεγλιστράει μέσα από το μουστάκι του προσπαθώντας ,μάταια, να το κρύψει. Τις ετοιμασίες σου με την αδερφή σου για τις εξόδους  σας, τις εξυπνάδες του αδερφού σου,θείες, θείους, ξαδέρφια…

Την άπειρη, αυθόρμητη, και ΚΑΤΑΔΙΚΙΑ σας αγάπη. Αυτήν που υπάρχει όλες τις μέρες του χρόνου και ταξιδεύει παράλληλα σε 3 χώρες και 4 πόλεις . Φαντάσου όλη αυτήν την αγάπη να συσσωρεύεται σε ένα σπίτι. Κάπου στις 3-4 φορές τον χρόνο γίνεται, κυρίως σε γιορτές. Για αυτό σε πιάνει και η μελαγχολία σου τότε.

Δεν τολμάς να τους το δείξεις βέβαια. Και αν σε καταλάβουν, προσπαθούν, ο καθένας με τον τρόπο του, να σου δείξει πως δε χάνεις και τίποτα… Άλλωστε δεν κάνουν και τίποτα σπουδαίο. Και εσύ με τη σειρά σου υποκρίνεσαι πως συμφωνείς. Ενώ θέλεις τόσο πολύ να τους εξηγήσεις πως ακόμα και στον καναπέ να κάθονται, τους ζηλεύεις. Και ζηλεύεις γιατί είναι καλύτερο να κάθεσαι στον καναπέ με παρέα, παρά μόνος σου.

Νόμιζα πως ήμουν πιο ανεξάρτητη και πιο «αναίσθητη» σε αυτά τα θέματα. Τελικά είμαι ακόμα το «μικρό» τους που κάπου κάπου τους έχει ανάγκη, όχι τον καθένα χωριστά όμως, όλους μαζί.

 

 

 

 

 

ΜΑΜΑ-είναι μόνο-ΜΙΑ!

Ε ναι! Έβαλα τη μαμά μου στο αεροπλάνο να γυρίσει πίσω και στεναχωρέθηκα, όπως τότε,10 χρόνια πριν, που ήταν να πάει ταξίδι με τον μπαμπά και με έδωσε στη γιαγιά να με προσέχει.

Γύρισα σπίτι, μυρίζει ακόμα μαμά,οι καναπέδες είναι τέλεια στρωμένοι, ο νεροχύτης άδειος, το πάτωμα γυαλίζει, το πάπλωμα στο κρεβάτι με ένα δίπλωμα να χωθώ αμέσως το βράδυ, χωρίς να μπω στον κόπο καν να κουνήσω το χέρι μου. Αλλά δεν είναι εδώ τώρα να της πω για ακόμα μια φορά πόσο μα πόσο χαίρομαι που είναι εδώ, στα αλήθεια.

Τελικά, όσο ανεξάρτητη και μεγάλη προσπαθώ να το παίξω, στην παρουσία, στη μυρωδιά, στη φωνή και στο άγγιγμα της μαμάς είμαι πιο παιδί και από τα παιδιά. Δεν το δείχνω, παρόλο που η μικρότερη με είχε πάντα σαν την πιο δυνατή. Είμαι! Όταν είναι εδώ και πρέπει να της το δείχνω. Τώρα δεν είναι όμως.

Είδες τελικά που καμιά φορά και οι «γκοτζαμάν γυναίκες» δεν αντέχουν χωρίς τη μαμά τους…

Και επειδή αν ήταν εδώ τώρα θα μου έλεγε σίγουρα να μη χασομεράω και να κάτσω να διαβάσω, και επειδή θα βαριόμουν να την ακούω να γκρινιάζει, λέω να την ακούσω!

Safe fly mum

Empty beds

Ένα μόνιμο ενοχλητικό ψιλόβροχο και σήμερα, σύννεφα, κρύο, κουκουλωμένη κάτω από την κουβέρτα με μία playlist της Amelie να ακούγεται διακριτικά από πίσω.

Δε με ενοχλεί ιδιαίτερα τίποτα από τα παραπάνω, εκείνο που με ενοχλεί είναι που έχω ΟΛΗ την κουβέρτα δικιά μου και είμαι απλωμένη στο κρεβάτι. Δεν είσαι εδώ δίπλα να με σπρώξεις, να γκρινιάξεις, να μου αρπάξεις την κουβέρτα και να μου πεις » ΚΟΙΤΑ ΕΔΩ ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑ, ΟΥΤΕ ΧΩΡΟ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ».

Δεν είναι έτσι όμως… Κάθε φορά που ξαπλώνω, αφήνω χώρο στο κρεβάτι μου για σένα. Παίρνω αγκαλιά το μαξιλάρι μου, κλείνω τα μάτι μου και φαντάζομαι την επόμενη φορά που θα πάρεις τη θέση του. Βέβαια το μαξιλάρι δεν μπορεί να με αγγίξει, ούτε να με πάρει αγκαλιά, ούτε καν να καλύψει ολόκληρο  το χώρο του κρεβατιού που θα κάλυπτες εσύ.

Όταν έρθω όμως στο δικό σου το κρεβάτι, μη ζητήσεις να κάνω άκρη. Εκεί θα απλωθώ, θα το πάρω αγκαλιά και θα καλύψω όσο χώρο σε άφησα να προσπαθείς να καλύψεις μόνος σου τα βράδια που δεν ήμουν εκεί.

https://www.youtube.com/watch?v=H7BRpmbfPk0

Late night drive

Εκεί που κάθομαι στον καναπέ και χαζεύω ώρες ολόκληρες την αρχική σελίδα στο facebook πέφτω πάνω σε μία εικόνα…

Ξέρεις τί έπαθα ξαφνικά? Πεθύμησα μια βόλτα τα μεσάνυχτα με το αμάξι σου. Χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, και χωρίς να μας νοιάζει αν πρέπει να γυρίσουμε πίσω πριν ξημερώσει. Να βάλουμε δυνατά τη μουσική να παίζει,να ανοίξω το παράθυρο και να βγάλω το κεφάλι μου έξω να με χτυπήσει ο αέρας. Μετά να ξαπλώσω την καρέκλα, και να τεντώσω τα πόδια μου πάνω στο ταμπλό. Να σου ξεφύγει ένα λογικότατο » τί κάνεις? » να σε ρωτήσω «σε ενοχλεί?» και να απαντήσεις ένα ακόμα λογικότατο «όχι».

Θέλω να βγούμε έξω από την πόλη και να με πας σε ένα μέρος με θέα, που να μην το ξέρει άνθρωπος. Να κατέβουμε από το αμάξι και να κάτσουμε αγκαλιά στο καπό χωρίς να μιλάμε. Δεν χρειάζεται να μιλάμε συνέχεια, από τα μάτια σου σε καταλαβαίνω καλύτερα. Να κάτσουμε κάτω και να σου πω «μ’αρέσει εδώ, να ξανάρθουμε» και τότε να με κοιτάξεις με τα μάτια που χαμογελάν και δείχνουν σιγουριά και να μου πεις «δεν θα πάμε συνέχεια στα ίδια, πώς θα γυρίσουμε τον κόσμο έτσι?» . Κάπως έτσι να μου δώσεις λίγη σιγουριά και να χωθώ μέσα στην αγκαλιά σου.

Να ξαναμπούμε στο αμάξι να φύγουμε και σε όλη τη διαδρομή να σε κοιτάω και να σκέφτομαι πόσα άπειρα χιλιόμετρα  θέλω να κάνουμε μαζί. Να με πάρει ο ύπνος ενώ εσύ ακούς στο repeat ένα συγκεκριμένο τραγούδι και να ξυπνήσω επειδή σε άκουσα να τραγουδάς  αυτούς τους στίχους : «… and when I am driving she is always sleeping right next to me in the car, and I would drive to the end of the world like that, no matter how far…»

Μακριά από τα υπέροχα πλάσματά σου…

Μεγαλώνοντας και καθώς απομακρύνεσαι από τη γειτονία σου, από την πόλη σου, από τη χώρα σου συνειδητοποιείς ποιοί άνθρωποι είναι εκεί και σε περιμένουν, και δεν εννοώ κάθε καλοκαίρι, Πάσχα και Χριστούγεννα. Περιμένουν να ακούσουν νέα σου κάθε μέρα, ακόμα και όταν τρέχεις από το πρωί ως το βράδυ και τους ξεχνάς, δεν παρεξηγιούνται, σου δίνουν χώρο, χρόνο, σε καταλαβαίνουν. Αυτά τα υπέροχα πλάσματα, που τυχαίνει να τα γνωρίζεις από τότε που σου επιτρέπει ο εγκέφαλος σου να συγκρατείς μνήμες, βρίσκονται έξω από την καθημερινότητά σου, οργανώνουν μόνα τους τις ζωές τους και εσύ λείπεις, και θα λείπεις…

Αυτά τα άτομα, ωστόσο, δεν παύεις ούτε μέρα να τα κουβαλάς μαζί σου. Πρακτικά όχι, αλλά θεωρητικά ναι. Σχεδόν κάθε μέρα αναφέρω μερικές από τις στιγμές μας, όχι με πολλά πολλά, άλλωστε δεν θα καταλάβουν οι άλλοι αυτά που καταλαβαίνουμε εμείς. Άλλωστε γιατί να τα καταλάβουν?  Γιατί να αντικαταστήσω έστω και μία από αυτές τις μαγικές στιγμές με άλλες που προσπαθούν μάταια να τις μοιάσουν?

Δεν είναι ο χρόνος που περνάς με τους ανθρώπους που τους κάνει σημαντικούς. Είναι όλες αυτές οι στιγμές που δεν σου φτάνει ένα βιβλίο ολόκληρο να γράψεις… Είναι κατάδικές μας και δεν επιτρέπουμε καμία ηλίθια πραγματικότητα να τις αλλοιώσει.

Από που να αρχίσω… τα αμέτρητα απογεύματα στην «πλατεείτσα» όταν ήμασταν πεεερίπου 8 και δεν χωρταίναμε παιχνίδια ? την πρώτη κοπάνα στο γυμνάσιο που τρέμαμε σαν τα ψάρια? τα μεθύσια στο λύκειο που η μία κουβαλούσε την άλλη? ή σερνόμασταν όλες μαζί από τα γέλια? Τις άπειρες καψούρες που περάσαμε ΜΑΖΙ και τα ακόμα περισσότερα: «MHN ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ … καλά μωρέ δίκιο έχεις, κάνε ό,τι θες!» Τις υστερίες, τις φωνές, τα κλάματα λίγο μετά και πριν την περίοδο? Τις τεράστιες ανησυχίες μας τόσο για σοβαρά θέματα όσο και για το αν τα γεμιστά φτιάχνονται με κιμά ή όχι? Χαρές, γέλια, χορούς, φιλιά,τραγούδια,όνειρα, κλάματα, νεύρα, στεναχώριες… ΟΛΑ μαζί!

Είδες που σου είπα και πριν ότι τις κουβαλάω πάντα μαζί μου. 1500 χιλιόμετρα μακριά και αυτές εδώ, να μην κάνουν βήμα οι ρουφιάνες… Ευτυχώς! Και εγώ εκεί, κάθε μέρα να θυμούνται τις στιγμές μας μία μία, όμως να μη μιλάν. Ούτε εκείνες μιλάν, τις ξέρω καλά.. Γιατί να μιλήσουν ? Σε ποιόν να τα πουν και τί να καταλάβει? Τα κρατάνε όλα και με περιμένουν, να αρχίσουν να μιλάνε ασταμάτητα και όλες μαζί… Ευτυχώς!

Μετράω τις μέρες που θα περάσουν μέχρι να τις δω, να τις αγκαλιάσω, να πάμε για κρασιά και μόλις μπει το τραγούδι μας να κοιτάξει η μία την άλλη χαμογελώντας και να το σιγοτραγουδήσουμε μαζί…

https://www.youtube.com/watch?v=jL0QV7H7-o0

PS: Όπου και να βρίσκεστε, καλό βράδυ υπέροχα πλάσματά μου! Σας αγαπάω.